Φίλες και φίλοι η παρακάτω ανάρτηση αναφέρετε μόνο στο βράδυ που έγεινε η μάχη της Λυγαριάς. Οι χαρακτήρες των πρωταγωνιστών ηταν τελείως διαφορετικοί στην καθημερινότητα τους. Κάποιοι από αυτούς αναγκάστηκαν να πολεμήσουν εκείνο το βράδυ γιατί ήξεραν πως αν έπεφταν στα χέρια των ανταρτών θα πλήρωναν για τα εγκλήματα τους.
Στις 13-14 Σεπτεμβρίου του 1947 διεξήχθη στην Λυγαριά Λαμίας μια σφοδρότατη μάχη ανάμεσα στις δυνάμεις του Δ.Σ.Ε και των κατοίκων της Λυγαριάς.
Εκείνη
την εποχή στην περιοχή δρούσαν πολλές παραστρατιωτικές οργανώσεις.
Ο
Βασίλειος Κ. Παλιαλέξης στην επιστολή που μου έστειλε γράφει. Στην περιοχή μας και μάλιστα
στη Λυγαριά είχε δημιουργηθεί ένας πυρήνας Δεξιάς ομάδας (μαυροσκούφηδες), που
αριθμούσε περί τα 100 άτομα με αρχηγό τον Κώστα Βουρλάκη από τη Μοσχοκαρυά και
υπαρχηγό το Θανάση Μπουλουκούτα, κάτοικο Λυγαριάς. Ο στρατός τους εξασφάλιζε
και τον ανάλογο εξοπλισμό.
Μαζί με τον Θανάση Μπουλουκούτα στην ομάδα του Βουρλάκη είχαν συνταχτεί
τα αδέλφια του όπως και πολλοί άλλοι Λυγαριώτες. Έτσι ο Κώστας
Βουρλάκης είχε μετατρέψει την Λυγαριά σε κέντρο δράσης των επονωμαζωμενων
«Μαυροσκούφιδων».
Ο Κ. Βουρλάκης (https://www.fteri-fthiotidos.gr/index.php/laografika-istorika/kostas-vourlakis)
ηταν ένα άτομο αμόρφωτο, αγράμματο, με εγκληματικό χαρακτήρα και με
κάποια μορφή νοητικής στέρησης.
Ο κάμπος του Δομοκού μέχρι την Λυγαριά και όλα τα χωριά της Δυτικής Φθιώτιδος
ζούσαν κάτω από την απόλυτη τρομοκρατία. Στο διάβα του έμπαινε σε
χωριά η οικισμούς, έδερνε, έκλεβε, βίαζε σκότωνε, στο όνομα του Βασιλέως
(Σύμφωνα με την δική του αντίληψη περί Βασιλέως).
Όπως αναφέραμε παραπάνω η ομάδα του Βουρλάκη ηταν άριστα
εξοπλισμένη από όπλα και πυρομαχικά που της διέθετε ο Ελληνικός Στρατός. Ο Κ .
Βουρλάκης κυκλοφορούσε πάντα καβάλα σε άλογο. Όταν του έφερναν κάποιο θύμα που
είχαν συλλάβει οι άντρες του σαν «κουμουνιστή» επειδή ηταν αγράμματος εκφωνούσε επί λέξη τα παρακάτω. Σύμφωνα με το άρθρο ΤΑΔΕ, τον κανόνα
ΤΑΔΕ και στο όνομα του Βασιλέως σε καταδικάζω σε θάνατο. Αμέσως τον
πυροβολούσε και τον σκότωνε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Ο Δ.Σ.Ε από πολύ καιρό λόγο των αδελφών Μπουλουκούτα ήθελε να καταλάβει
την Λυγαριά και να συλλάβει τον Κ. Βουρλάκη και τα αδέλφια Μπουλουκούτα.
Η αφορμή για την επίθεση του Δ.Σ.Ε. στη Λυγαριάς δόθηκαν πολλές ημέρες νωρίτερα
της μάχης.
Τα λιβάδια στο χωριό από κάποια ημερομηνία και έπειτα απελευθερώνονταν
από το ετήσιο ενοικιαστήριο και ο οποιοσδήποτε μπορούσε να βοσκήσει τα ζωντανά
του όπου ήθελε.
Σε ένα τέτοιο λιβάδι βόρεια της σιδηροδρομικής γραμμής, δυτικά του πασάγιου της
Πουρναρούλας κάποιο πρωινό πήγε ο Γιώργος ο Κοτσανής τα προβατα του.
Σε λιγο καταφτάνει και ο Χρήστος ο Μπουλουκούτας με τα δικά του πρόβατα στο
ίδιο λιβάδι.
Ο Κοτσανής ηταν άνθρωπος νευρικός και άγριος και όταν είδε τον Μπουλουκούτα να
βάζει τα προβατα μέσα στο λιβάδι που έβοσκε τα δικά του προβατα του είπε να
φύγει.
Πριν συνεχίσουμε πρέπει να τονίσουμε ότι σαν άνθρωποι και οι δυο ηταν
ιδιαίτερα σκληροί και επικίνδυνοι.
Ο
Χρήστος Μπουλουκούτας αντέδρασε και οι δυο άντρες ήρθαν στα χέρια. Κάποτε ο
Μπάρμπα Γιάννης Κοντογιώργος μου είχε πει ότι ο Κοτσανής τράβηξε το μαχαίρι
που είχε πάντα μαζί του και επιτέθηκε στον Μπουλουκούτα. Τότε ο Μπουλουκούτας
τράβηξε το πιστόλι που και αυτός το είχε πάντα μαζί του και πυροβόλησε τον Γιώργο Κοτσανή και τον σκότωσε.
Σύμφωνα
με την ομολογία του Κώστα Κοτσανή, του μικρότερου γιου του Γιώργου Κοτσανή
ο μεγαλύτερος αδελφός του Λάμπρος για αντεκδίκηση πήγε να σκοτώσει τον Χρήστο Μπουλουκούτα. Όταν τον βρήκε προσπάθησε να τον πυροβολήσει αλλα το πιστόλι του
δεν έπιασε.
Τότε ο δεκαεπτάχρονος γιος του Γιώργου Κοτσανή ο Μήτρος αποφάσισε να
έρθει σε επαφή με το Δ.Σ.Ε. Σκοπός του ηταν να φέρει τους αντάρτες στο
χωριό για να εκδικηθεί τους Μπουλουκταίους. Φαίνεται ότι την απόφαση του την
είχε εξομολογηθεί στο Γιώργο Π. Κοντογιώργο αλλά αυτός δεν του έδωσε
ιδιαίτερη σημασία.
Επίσης σύμφωνα με την αφήγηση του συγχωριανού μας Γιάννη Δ. Κουκούλη η απόφαση για την
κατάληψη της Λυγαριάς πάρθηκε στο χωριό Πολυδένδρι. Εκεί για την κατάληψη
της Λυγαριάς έπεσαν τρεις προτάσεις. Η πρώτη ηταν να πάρουν την Λυγαριά λιγο
πριν νυχτώσει επειδή οι κάτοικοι θα ηταν κουρασμένοι στους κάμπους δεν θα
υπήρχε μεγάλη αντίδραση, αλλα με την επέμβαση κάποιων Καλαμακιωτών που
γνώριζαν πράγματα και καταστάσεις η πρόταση απορρίφτηκε. Η δεύτερη πρόταση ηταν
να βομβαρδίσουν το χωριό με βαρύ οπλισμό και αφού καταστρέψουν τα πάντα να
κανουν γενική επίθεση και να καταλάβουν το χωριό. Τότε επενέβηκαν κάποιοι
άλλοι και είπαν ότι δεν χρειάζονται όλα αυτά. Θα πάμε βράδυ ,οι κάτοικοι
θα είναι κουρασμένοι και θα κοιμούνται και θα καταλάβουμε το χωριό άνετα.
Τελικά επικράτησε η τελευταία πρόταση. Παρών σε αυτό το συμβούλιο ήταν και ο Μήτρος Κοτσανής ο οποίος γνώριζε τα φυλάκια, τους ανθρώπους και
γενικά την γεωγραφία της Λυγαριάς.
Σύμφωνα
με την επιστολή Βασιλείου Κ. Παλιαλέξη περίπου δέκα μέρες πριν την επίθεση οι
αντάρτες του Δ.Σ.Ε άφησαν ένα άδειο τρενάκι-τροιζήνα, από τον Σ.Σ.
Στύρφακας με κατεύθυνση το Σ.Σ. Λιανοκλαδίου, για να βολιδοσκοπήσουν τις
αντιδράσεις του χωριού. Οι Λυγαριώτες κατάλαβαν ότι επίκειται
επίθεση και έλαβαν τα μέτρα τους.
Σύμφωνα με την ίδια επιστολή αναφέρεται ότι η άμυνα της Λυγαριάς ήταν καλή.
Γύρω από το χωριό υπήρχαν 8-10 φυλάκια, ένα φυλάκιο για κάθε δρόμο εισόδου και
είσοδο μονοπατιού. Επίσης υπήρχαν συρματοπλέγματα τα οποία εμπόδιζαν την
είσοδο των ανταρτών στο χωριό και πίσω από τα συρματοπλέγματα υπήρχαν
χαρακώματα. Σε αυτή την άποψη συμφωνεί και ο Ιατρός ακτινολόγος Κωνσταντίνος Η.
Παλιαλέξης με την ιδιόχειρη επιστολή του. Όμως κανένας άλλος Λυγαριώτης δεν
θυμάται κάτι για την συγκεκριμένη αμυντική διάταξη.
Ιατρός
ακτινολόγος Κωνσταντίνος Η. Παλιαλέξης συμπληρώνει ότι κατά την εποχή που έγινε
η μάχη υπήρχε γεννήτρια για το δίκτυο φωτισμού σε όλη την περίμετρο του χωριού.
Ο αξάδερφος του Βασίλειος Κ. Παλιαλέξης λέει ότι η γεννήτρια και το
δίκτυο φωτισμού στο χωριό το προμήθευσε το Στρατηγείο Κεντρικής Ελλάδας μετά
την μάχη. Μια τελείως διαφορετική ενημέρωση για την προέλευση της
γεννήτριας στο χωριό μας δίνει από το βιβλίο του ο Αντρέας Β. Καραγιώργος.
Μας ενημερώνει ότι στο τέλος του 1947 όλοι οι Λυγαριώτες από το υστέρημα τους μάζεψαν
χρήματα και αγόρασαν μια ηλεκτρογεννήτρια[1] που δούλευε με πετρέλαιο. Στην
δυτική πλευρά του κοινοτικού καταστήματος για την προστασία της
ηλεκτρογεννήτρια κτίστηκε μια αποθήκη που μέσα τοποθετήθηκε η ηλεκτρογεννήτρια.
Την προστασία ,τον έλεγχο και την χρήση της ηλεκτρογεννήτριας την είχε ο πρόεδρος
της κοινότητας Βασίλειος Καραγιώργος.
Έτσι περιμετρικά του χωριού σε απόσταση
150-200 μέτρων ,
μπροστά από τα φυλάκια και πάνω σε ψηλούς πασσάλους τοποθετηθήκαν ηλεκτρικοί λαμπτήρες
με τέτοιο τρόπο που να φέγγουν μόνο μπροστά. Με αυτόν τον τρόπο ο σκοπός του κάθε
φυλακίου το βράδυ μπορούσε να ελέγχει τα πάντα σε απόσταση 200 μέτρων έξω από το χωριό. Ό Βασίλειος Καραγιώργος
σαν χειριστής της ηλεκτρογεννήτριας απαλλάχτηκε τις νυχτερινές βάρδιες.
Κατά την μάχη της Λυγαριάς αρχηγός του χωριού ηταν ο Θανάσης ο
Μπουλουκούτας.
Αυτός οργάνωσε την άμυνα του χωριού και αυτός είχε τον πρώτο και τελευταίο λόγο
για τα πάντα στο χωριό.
Έτσι για την άμυνα του χωριού είχαν δημιουργηθεί ομάδες φύλαξης και
περιφρούρησης όπως και φυλάκια μάχης σε διάφορα σπίτια του χωριού. Το χωριό
διέθετε επίσης πολύ καλό οπλισμό αποτελούμενο από 9 αγγλικά οπλοπολυβόλα Μπρέντ
και 2 ιταλικά Βίνγκερ. Επίσης διέθετε αραβίδες, μάουζερ, αυτόματα όπλα, άφθονες
χειροβομβίδες και άφθονα φυσίγγια. Κάθε φυλάκιο είχε τρία με τέσσερα
κιβώτια χειροβομβίδες mills. Όπως θα δούμε παρακάτω το συγκεκριμένο
όπλο χρησιμοποιήθηκε με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα κατά την ώρα της μάχης. Το
κάθε φυλάκιο διέθετε επίσης τρία με τέσσερα κιβώτια σφαίρες. Για
την προμήθεια του συγκεκριμένου οπλισμού υπάρχουν δυο εκδοχές. Η μια όπως
αναφέραμε παραπάνω είναι ότι κάποια από αυτά τους τα προμήθευσε ο Ελληνικός
Στρατός και η άλλη οφείλετε στην αντιστασιακή δράση που είχαν κάποιοι
Λυγαριώτες την εποχή της κατοχής.
Ο Ιατρός Ακτινολόγος Κωνσταντίνος Η. Παλιαλέξης στην επιστολή που μου είχε
στείλει σχετικά με την μάχη της Λυγαριάς έγραφε.
Αντιστασιακή δράση είχαν κάποιοι οι χωριανοί . Ήταν κυρίως σαμποτέρ που
έβαζαν εκρηκτικά στις ράγες των σιδηροδρομικών γραμμών με αποτέλεσμα να
εκτροχιάζονται γερμανικά τραίνα που τα βαγόνια τους περιείχαν έμψυχο αλλά
και άψυχο υλικό και έτσι καθυστερούσαν τις μεταφορές. Άλλοτε πάλι ενεργούσαν
σαν σαλταδόροι . Ανέβαιναν πάνω στο τραίνο και άδειαζαν τα βαγόνια από το
περιεχόμενο τους όπλα, πολεμοφόδια, ρουχισμό, τρόφιμα και οτιδήποτε άλλο υπήρχε
μέσα σε αυτά.
Πρωτεργάτες της αντιστασιακής δράσης ήταν τα παιδιά του Δημητρίου Μπουλουκούτα.
Με την παραπάνω άποψη συμφωνεί και ο πολυγνώστης Γεώργιος Σάκκος.
Συμπληρώνοντας λέει ότι οι Αδελφοί Μπουλουκούτα είχαν κλέψει από τους
Γερμανούς 40 Μαουζερ και πολλές χειροβομβίδες και τα έκρυψαν στα Κουκουλαίηκα
τα μαντριά. Μετά το 1945 η ομάδα του Βουρλάκη πήρε κάποια από αυτά τα όπλα και
τα παρέδωσε στο Κούρνοβο σε μια άλλη ομάδα που είχε εκεί.
Κάποια στιγμή η Ελληνική κυβέρνηση έδωσε εντολή να παραδοθεί όλος ο οπλισμός απ
όλες τις ένοπλες ομάδες της επικράτειας. Ο Αθανάσιος Μπουλουκούτας απευθύνθηκε
στον αρμόδιο στρατηγό της Φθιώτιδας και του ζήτησε να μην παραδώσει τα όπλα και
θα τα κρατήσει για να υπερασπιστεί το χωριό. Ο Στρατηγός συμφώνησε μαζί του και
έτσι ο Α. Μπουλουκούτας κράτησε όλα τα όπλα που είχε στην κατοχή του.
Επειδή το χωριό μας χωρίζεται σε δυο μαχαλάδες και ήταν δύσκολη οι φύλαξη και
των δυο μαχαλάδων αποφασίστηκε η φύλαξη ανατολικού μαχαλά. Το βράδυ οι
άντρες φύλαγαν σκοπιά στα φυλάκια και φυλοξενόντουσαν σε διάφορα σπίτια.
Οι γυναίκες του δυτικού μαχαλά επίσης τα βράδια φυλοξενόντουσαν σε
διάφορα σπίτια του ανατολικού μαχαλά. Εκείνο το βράδυ όμως τα περισσότερα
γυναικόπαιδα του δυτικού μαχαλά δεν είχαν πάει στο φυλασσόμενο μέρος του χωριού
αλλά έμειναν στα σπίτια τους. Επίσης πολλά γυναικόπαιδα λόγο της επικείμενης
επίθεσης των ανταρτών κοιμόντουσαν στον Κάμπο[2]. Με το που ξεκίνησε η μάχη όσα
γυναικόπαιδα είχαν μείνει πίσω μαζευτήκαν στο σπίτι του Ζέρβα. Ευτυχώς όμως οι
άντρες του Δημοκρατικού στρατού δεν ασχολήθηκαν καθόλου με τον δυτικό μαχαλά
αλλά επιτέθηκαν κατευθείαν στον ανατολικό μαχαλά που έμεναν οι οικογένειες
Μπουλουκούτα. Κάποια στιγμή αργά την νύχτα ενώ η μάχη μαίνονταν οι
γυναίκες του δυτικού μαχαλά άκουσαν μια γυναίκα να φωνάζει με την ντουντούκα
«κοκορέτσι-κοκορέτσιι». Φοβηθήκαν για τα ζωντανά τους, αλλά η λέξη κοκορέτσι
ήταν το σύνθημα της υποχώρησης.
Τα Φυλάκια
Πριν προχωρήσω στον αριθμό και τον τόπο που υπήρχαν τα φυλάκια την βραδιά της
μάχης θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι οι άντρες που επάνδρωναν τα φυλάκια,
τακτικά άλλαζαν θέσεις γιαυτο ίσως δούμε τα ιδία ονόματα σε διαφορετικά φυλάκια. Επίσης υπάρχουν φυλάκια που δεν αναφέρονται στον παρακάτω κατάλογο π.χ το
φυλάκιο ανατολικά από το σπίτι του Γιώργου Σαμαντά.
Τα πιο πολλά φυλάκια ήταν τοποθετημένα στην βόρεια πλευρά του χωριού εκεί που
διεξήχθησαν και οι πιο σκληρές μάχες.
Επίσης οι αφηγήσεις της μάχης έγιναν 73 χρόνια μετά από το γεγονός από
ανθρώπους που έζησαν μεν την μάχη αλλά ήταν σε πολύ μεγάλη ηλικία για να
θυμούνται με ακρίβεια για το τι και πως έγινε εκείνη την νύχτα.
Φυλάκια στην Εκκλησία του Αγίου Αθανασίου Το κύριο φυλάκιο.
Στο σπίτι του Αριστείδη του Δρούγα υπήρχαν δυο φυλάκια. Τα ένα ήταν στο σημείο
που είναι σήμερα το σπίτι του και το δεύτερο ήταν ανατολικότερα
στην άκρη του οικοπέδου.
Οι υπερασπιστές του φυλακίου (Στο σπίτι του Αριστείδη Δρούγα) ήταν οι παρακάτω. Καζανής Κώστας
(Σταχτοκύλης) οπλισμένος με βαρύ ιταλικό πολυβόλο αγνώστου εταιρίας Γιάννης Καραχρήστος , Αντρέας Κανατάς,
Γιάννης Καλόγερος, Παναγιώτης(Γιώτας) Κούτρας, Γιώργος Καλόγερος, Αντώνης
Οικονόμου, Βαγγέλης Μπουλουκούτας, Τάσος Μητράκος, Αθανάσιος Μητράκος,
Γιώργος Κεφάλας, Κώστας Γάτος), Σταθοκώστας Ευθύμιος (Σταθοθύμιος), Νίκος
Οικονόμου, Μπασούρας Βασίλης οπλισμένος
με οπλοπολυβόλο Bren με βοηθό προμηθευτή τον Αθανάσιος Τσαντίλας που αντικατέστησε
τον πατέρα του Μήτσο Τσαντήλα.
Φυλάκιο δυτικά από το σπίτι του Μπασούρα και βόρεια από τα Μπουλουκταίηκα τα
σπίτια .
Σε αυτό το φυλάκιο οι υπερασπιστές ήταν παρακάτω; Παναγιωτόπουλος ? από
την Καρυά και ο γιός του Χαράλαμπος Παναγιωτόπουλος, Κώστας Οικονόμου από
την Ξενιάδα οπλισμένος με οπλοπολυβόλο Bren, Δημήτριος Κατόπης από
την Καρυά, Δημήτριος Καπνιάς από την Στύρφακα προμηθευτής.
Γύρω από τα Μπουλουκταίηκα τα σπίτια υπήρχαν τρία με τέσσερα φυλάκια.
Στο σπίτι του Μπουλουκούτα.
Σε αυτό το φυλάκιο οι υπερασπιστές ήταν παρακάτω; Αθανάσιος Μπουλουκούτας
οπλισμένος με πολυβόλο Bren με βοηθό γεμιστή τον Γιώργο Παλικάρα, Αργύρης Δρούγας οπλισμένος
με βαρύ Ιταλικό οπλοπολυβόλο, Τσαμαδιάς Γιώργος, Θεμιστοκλής
Καραγιώργος, Βασίλης Καραγιώργος, Βαγγέλης Καραγιώργος.
Φυλάκιο
στου Καϊάρα το σπίτι.
Σε αυτό το φυλάκιο οι υπερασπιστές ήταν παρακάτω; Γιάννης Καραγιώργος
οπλισμένος με ιταλικό οπλοπολυβόλο, Νίκος Σαμουρτζής προμηθευτής,
Γιώργος Τσαμαδιάς, Κώστας Καραγιώργος (Γκίλας) προμηθευτής, Λιάκος Παναγιώτης,
Νίκος Αδαμαντόπουλος,
Φυλάκιο
στου Λιάγκα το σπίτι (Φυλάκιο του Καρατζούνη)
Σε αυτό το φυλάκιο οι υπερασπιστές ήταν παρακάτω; Βαγγέλης Καραγκούνης,
Παλιαλέξης Βασίλης, Καραγιώργος Νίκος, Χρήστος Καραγιώργος, Θανάσης
Καραγιώργος, Βαγγέλης Καρβούνης, Ηλίας Κοντογιώργος.
Φυλάκιο στην αποθήκη στο σχολείου.
Σε αυτό το φυλάκιο οι υπερασπιστές ήταν παρακάτω: Χρήστο Μητρόπουλος,
Καραπαναγιώτης, Σαμαντάς Γιώργος, Αθανάσιος Κούτρας, Καραγιώργος Βασίλης.
Φυλάκιο στου Καραχρήστου το σπίτι.
Σε αυτό το φυλάκιο οι υπερασπιστές ήταν παρακάτω; Λιάγκας Παναγιώτης,
Κώστας Καζανής «Ταλίπας», Ιωάννης Κοντογιώργος, Θωμάς Καραχρήστος, Βαγγέλης Επίσκοπος. Εδώ ο κατάλογος των υπερασπιστών είναι ελλιπής.
Αλλά πριν προχωρήσω παρακάτω θα ήθελα πρώτα να αναφερθώ στον θάνατο του θείου
μου Γεωργίου Δημ. Καλλιώρα.
Ο θείος μου σκοτώθηκε το βράδυ της 18 -12-1947 ενώ εκτελούσε σκοπιά έξω από το
σπίτι του Θωμά του Καραχρήστου. Κάτω από ποιες συνθήκες προήλθε ο θάνατος του
δεν έγιναν γνωστές. Εκείνη την περίοδο άλλοτε δεν υπήρχαν πολεμικές αψιμαχίες.
Θυμάμαι όμως τον θρήνο της γιαγιάς μου Αλέξως Καλλιώρα Γκουτζούνη.
Έχω δει την αγαπημένη μου γιαγιά άπειρες φορές να αναφέρεται στον θείο μου να
θρηνεί και να κλαίει. Ήταν το μαράζι της και το σαράκι που την σιγότρωγε όλα τα
υπόλοιπα χρόνια της ζωής της. Όσες φορές προσπάθησα να μάθω κάτι πάντα είτε από
την ίδια είτε από τον πατέρα μου ή την θεία μου Κωστάντω Καλιώρα Χαλβαντζή εισέπραττα άρνηση και αδιαφορία.
Φυλάκιο στα Κουτραίηκα τα σπίτια.
Σε αυτό το φυλάκιο οι υπερασπιστές ήταν παρακάτω: Κώστας Μπουλουκούτας
οπλισμένος με πολυβόλο Bren, Κώστας Σταικούρας προμηθευτής, Παναής
Καραγιώργος οπλισμένος με Mauser, Κώστας Καρβούνης οπλισμένος
με Mauser, Χρήστος Γώγουλος από την Καρυά οπλισμένος
με Mauser .
Στου Καραπαναγιώτη το σπίτι
Σε αυτό το φυλάκιο οι υπερασπιστές ήταν παρακάτω: Χρήστος Μητρόπουλος
(πολυβόλο) Παναγιώτης Καραπαναγιώτης (Προμηθευτής), Βασίλης
Καραγιώργος οπλισμένος με Mauser, Βαγγέλης Καραγιώργος
οπλισμένος με Mauser, Γιώργος Σαμαντάς οπλισμένος με Mauser,
Βαγγέλης Λιάκος οπλισμένος με Mauser, Αθανάσιος Κούτρας οπλισμένος με Mauser.
Φυλάκιο Σάκου- Καραγκούνης. Σε
αυτό το φυλάκιο οι υπερασπιστές ήταν οι παρακάτω:
Σάκος Παναγιώτης οπλισμένος με οπλοπολυβόλο, Σάκος Νίκος
οπλισμένος με Mauser, Ηλίας Μπαλαφούτης οπλισμένος με Mauser,
Γιάννης Μπαλαφούτης οπλισμένος με Mauser και Αθανάσιος Μπαλαφούτης
οπλισμένος με Mauser, Αποστόλης Πλατής από το Καλαμάκι οπλισμένος
με Mauser και προμηθευτής στον Παναγιώτη Σάκο, Σπύρος Κουκούλης
οπλισμένος με Mauser, Σεραφείμ Αποστόλου ‘Θρέκλας’,
Η Μάχη
Συνεχίζοντας
τις αφηγήσεις η μάχη δόθηκε στις 13-14 Σεπτεμβρίου του 1947 τις 22.45 το
βράδυ την ημέρα του Τιμίου Σταυρού.
Σύμφωνα με τον Βασίλειο Κ. Παλιαλέξη στην Λυγαριά επιτέθηκαν δύο αντάρτικα
τάγματα: Του Καπετάν Γαζή από την περιφέρεια Θεσσαλίας, το οποίο ήρθε από
το βορρά και κατασκήνωσε προσωρινά στη Στρογγυλόλακα και του Παλαιολόγου από
την Ευρυτανία, που κατασκήνωσε στο ρέμα της Πλατάνας, δίπλα στη σιδηροδρομική
γραμμή. Μάλιστα εκεί είχαν και τα άλογα, για να φορτώσουν τα λάφυρα και το
πλιάτσικο της επιδρομής. Ως προς το που είχαν αφήσει τα άλογα τους
διαφωνεί Νικόλαος Μπουλουκούτας ο οποίος πιστεύει ότι τα άλογα τα
είχαν αφήσει ανατολικά του χωριού κοντά στην πυγή Περδίκω.
Οι αντάρτες του Δ.Σ.Ε κατά τις 10.30 το βράδυ έφτασαν στην Στρογγυλόλακα. Εκεί
είχε τα πρόβατα του ο Ιωάννης Κ. Κουκούλης ο οποίος έφερε μαζί του και ένα μάουζερ.
Κάπου εκεί κοντά ήταν και δυο δεκαπεντάχρονοι τσοπάνηδες ο Γιάννης ο
Ντρέλιας και ένας άλλος ακόμη Λυγαριώτης οι οποίοι μόλις αντιλήφθηκαν τους
αντάρτες έφυγαν ανατολικά προς το ρέμα. Οι αντάρτες πήγαν να πιάσουν τον
Γιάννη Κουκούλη αλλά εκείνη την στιγμή τους αναλήφθηκε και ο ίδιος. Την ώρα που
πάει να φύγει οι αντάρτες όρμισαν κατά πάνω του και προσπάθησαν να τον πιάσουν αλλά έπιασαν την κάπα του. Ο Ιωάννης Κουκούλης άφησε την κάπα στα χέρια
τους και άρχισε να τρέχει προς το χωριό φωνάζοντας «Αντάρτες»- «Αντάρτες,
ήρθαν οι αντάρτες». Οι άντρες του Δ.Σ.Ε άγνωστο για ποιον λόγο δεν τον πυροβόλησαν.
Σκοπός στα βόρεια φυλάκια εκείνη την ώρα ήταν ο Γιώργος ο Κεφάλας. Μόλις άκουσε
τις φωνές του Ιωάννη Κουκούλη ενημέρωσε γρήγορα όλα τα φυλάκια και όλοι πήραν
θέσεις μάχης. Με το που πέρασε ο Ι. Κουκούλης την ακτίνα βολής, τα οπλοπολυβόλα
από την βόρεια πλευρά του χωριού άρχισαν να ξερνάμε φωτιά και ατσάλι.
Σύμφωνα με τις αφηγήσεις πολλών Λυγαριωτών το τάγμα του Παλαιολόγου από
την Καρδίτσα καθυστέρησε να έρθει. Φαίνεται ότι ο Καπετάν Γαζής είχε
κατασκηνώσει στην Στρογγυλόλακα για να περιμένει τον τάγμα του Παλαιολόγου.
Όμως έγιναν αντιληπτοί από τον Γιάννη τον Κουκούλη και αναγκάστηκε να μπει στην
μάχη με το δικό του τάγμα και με τα γνωστά αποτελέσματα.
Ο Βασίλης ο Μπασούρας ο οποίος ήταν έμπειρος μαχητής επειδή είχε πολεμήσει στον
πόλεμο της Αλβανίας μόλις είδε τον Ιωάννη Κουκούλη να περνά μέσα στα φυλάκια
άρχισε να ρίχνει με το πολυβόλο Bren. Το ίδιο έκανε και ο Κώστα Καζανής
με το ιταλικό οπλοπολυβόλο και οι υπόλοιποι με τα mausers. Σε λίγο πήρε
φωτιά όλη η Λυγαριά. Απ την Στρογγυλόλακα μέχρι τα Αλώνια γίνονται συμπλοκές ανάμεσα
στις δυο ομάδες.
Ο Μήτρος ο Κοτσανή[3]ς πλησίασε το φυλάκια που φύλαγε ο Βασ. Μπασούρας και κάτι του είπε. Το τι ακριβώς είπαν οι δυο τους εν μέσω
των πυρών δεν ξέρει κανένας.
Πρέπει να αναφέρουμε ότι καθ όλη την διάρκεια της μάχης κάποιες γυναίκες από
την ομάδα των ανταρτών από την Καμζόραχη φώναζαν από τις ντουντούκες «
Λυγαριώτες μην πολεμάτε ,δεν ήρθαμε για σας, ήρθαμε να συλλάβουμε τον
Μπουλουκούτα, δεν θα σας πειράξουμε, μην σκοτώνεστε για τον Μπουλουκούτα.»
Κατά την ώρα της μάχης το οπλοπολυβόλα του Κώστα του Καζανή έπαθε εμπλοκή. Τότε
βγήκε έξω μαζί με τον Γιώργο τον Κεφάλα και άρχισαν να ρίχνουν χειροβομβίδες
ενάντιων των επιτιθεμένων. Έριξαν χειροβομβίδες βορειότερα από του Μπασούρα το
σπίτι επειδή κάποιοι αντάρτες έκαναν έφοδο από εκεί. Αυτή η κίνηση καθήλωσε την
ορμή των επιτιθεμένων. Παράλληλα ο Χαράλαμπος Παναγιωτόπουλος βγήκε έξω
από το φυλάκιο και άρχισε να ρίχνει και αυτός χειροβομβίδες.
Οι αντάρτες ορμούσαν κατά κύματα με το σύνθημα «Χαρίση προχωράμε κανονικά το
κέντρο του χωριού»
Ο Αντώνης Οικονόμου και ο Παναγιώτης (Γιώτας) Κούτρας πήραν τα όπλα τους βγήκαν
έξω από το φυλάκιο και ταμπουρώθηκαν πίσω από την μάντρα του νεκροταφείου και
από εκεί άρχισαν να ρίχνουν εναντίων των ανταρτών.
Μια ομάδα ανταρτών καταφέρνει και εισχωρεί στον βόρειο κεντρικό δρόμο του
χωριού και έφτασαν στο φυλάκιο του Παναγιωτόπουλου. Ο Χαράλαμπος ο Παναγιωτόπουλος
ήταν έμπειρος πολεμιστής. Τους 'έριξε τρεις χειροβομβίδες και τους
εξουδετέρωσε. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και ένας αντάρτης από την Σούρπη Αλμυρού που
δέχτηκε μια ριπή από το οπλοπολυβόλο Μπερν και βρέθηκε με τα έντερα έξω.
Έξω από το φυλάκιο του Μπασούρα υπήρχε μια πέτρα που πίσω της είχαν ταμπουρωθεί
κάποιοι αντάρτες. Ένας από αυτούς ήταν και ο Μήτρος ο Κοτσανής. Ο Μήτρος
ο Κοτσανής γνώριζε πως μόνο η νίκη των ανταρτών θα του εξασφάλιζε την ζωή του.
Με οποιαδήποτε άλλη εκδοχή ήταν καταδικασμένος και από τις δυο ένοπλες ομάδες.
Κάποια στιγμή το οπλοπολυβόλο του Μπασούρα παθαίνει εμπλοκή. Τότε ορμάει ο
Μήτρος ο Κοτσανής με σκοπό να μπει στο φυλάκιο. Κάνει να πιάσει το όπλο από την
κάνη και εκείνη την στιγμή το όπλο ξεμπλοκάρει και αρχίζει να ξερνάει ατσάλι.
Ο Μήτρος ο Κοτσανής που ήταν ακριβώς μπροστά στο οπλοπολυβόλο δέχτηκε τις
σφαίρες του οπλοπολυβόλου στο κεφάλι και του το άνοιξε στα δυο.
Παράλληλα από τα χαρακώματα τα μάουζερ του Γιάννη Καραχρήστου, του Αντώνη
Οικονόμου , του Αντρέα Κανατά, του Σταθοθύμιου και του Τάσου Μητράκου
χάλαγαν τον κόσμο.
Κατά την ώρα της μάχης από την Καμζόραχη οι γυναίκες του Δ.Σ.Ε φώναζαν με
τις Ντουντούκες. «Βαράτε και του φάγαμε. Μόνο το φυλάκιο του Μπουλουκούτα
έχει μείνει ακόμη».
Οι
αντάρτες προσπαθούσαν να μπουν στο χωριό από παντού εκτός από την ανατολική
πλευρά. Όλο το ρέμα δυτικά του μαχαλά είχε γεμίσει με αντάρτες.
Έκαναν μια συντονισμένη επίθεση προς το φυλάκιο του Καραγκούνη αλλά
βγήκαν έξω ο Βασίλης ο Παλιαλέξης και ο Νίκος ο Καραγιώργος και άρχισαν
να ρίχνουν χειροβομβίδες σωρηδόν. Την ιδία στιγμή ο Κώστας ο Καζανής από το
φυλάκιο του Μπασούρα έστρεψε το πολυβόλο δυτικά προς το ρέμα και άρχισε να
ρίχνει κατά ριπές. Έτσι και αυτή η επίθεση ανακόπηκε.
Μια ομάδα ανταρτών ξεκίνησε από τον μεγάλο πλάτανο και προσπάθησε να μπει στο
χωριό από την νοτιοδυτική πλευρά στο σημείο που είναι σήμερα τα Κουτραίηκα τα
σπίτια. Εκεί υπήρχε ένα αμυντικό κενό που οι αντάρτες κάποια στιγμή το αντιλύφτικαν.
Σε εκείνο το σημείο από το σχολείο μέχρι τον μεγάλο πλάτανο ο τόπος ηταν γεμάτος Λυγαριές. Αυτή
την κάλυψη εκμεταλλευτήκαν οι αντάρτες στην νοτιοδυτική πλευρά του χωριού.
Ο Δημήτρης Καρβούνης εκείνη την βραδιά κοιμόταν στο σπίτι του Καλιακούδα. Μόλις
αντιλήφτηκαν τους αντάρτες κρύφτηκε πίσω από τον
μαντρότοιχο που περιβάλει το σπίτι του Καλιακούδα άρχισε να τους ρίχνει
με το δίκαννο. Μαζί του είχε φυσίγγια χοντρά για αγριογούρουνο.
Κυριολεκτικά τους θέρισε.
Αργότερα και σύμφωνα με ομολογίες ανταρτών που ήταν στην μάχη αυτός με το
δίκαννο τους είχε καθηλώσει. Τους έκανε την μεγαλύτερη ζημιά σε όλη την
διάρκεια της μάχης. Δεν μπορούσαν να προχωρήσουν.
Παράλληλα από το δίπλα σπίτι ο μαθητής Γυμνασίου Αντρέας Ευαγ. Λιάκος πυροβολεί
και αυτός τους αντάρτες με το δικό του όπλο.
Έτσι και αυτή η έφοδος ανακόπηκε
Αναγκαστικά οι αντάρτες στράφηκαν ανατολικά και μπήκαν στο σπίτι
του Κωστή του Κούτρα η στου Λιακοβαγγέλη την αχυρώνα. Τότε ο Παναής ο
Καραγιώργος από το φυλάκιο άκουσε κουβέντα πήρε μια χειροβομβίδα και άρχισε να
πλησιάζει το χώρο που ηταν οι οχυρωμένοι αντάρτες.
Φαίνεται
ότι και οι αντάρτες τον άκουσαν και κάποιος από αυτούς φώναξε: Εσύ είσαι
Στέφο;. Ο Παναγής[4] ο Καραγιώργος χωρίς
δεύτερη σκέψη πέταξε μέσα στο κτήριο μια χειροβομβίδα. Αργότερα κάποιος
τραυματίας από αυτούς έφυγε σιγά σιγά και έρποντας έφτασε στα Κοντογιωργαίηκα
τα σπίτια και βογκούσε όλο το βράδυ. Εδώ πρέπει να τονίσουμε ιδιαίτερα ότι ο
Στυλιανός Οικονόμου έχει διαφορετική άποψη για το που έπεσε ο τραυματισμένος
αντάρτης. Κατά την άποψη του ο αντάρτης έφτασε σε ένα δικό τους χωράφι που
είχαν κάπου στο ρέμα κοντά στο σπίτι του Παπά.
Όμως το αποφασιστικό κριτήριο για την έκβαση της μάχης το έδωσε ο χωροφύλακας
Χρήστος Μητρόπουλος ή «Τσολής». Εκείνη την εποχή τα Αλώνια στην νότια
πλευρά του χωριού ηταν γεμάτα από τεραστία θημωνιές από τα σιτάρια. Ο Χρήστος
Μητρόπουλος ή «Τσολής» που με τροχιοδεικτικά πυρά βάζει φωτιά στα δεμάτια με τις θημωνιές. Σύμφωνα με πολλές ομολογίες η φωτιά περνούσε
τα εξήντα μέτρα και μετέτρεψε την νύχτα σε μέρα. Από εκεί και έπειτα οποιαδήποτε
κίνηση των ανταρτών φαίνονταν από μακριά.
Εν τω μεταξύ από την Υπάτη είδαν τις τεράστιες φλόγες και κατάλαβαν ότι
Λυγαριά μάχεται .
Παίρνουν τηλέφωνο το πυροβολικό στην Λαμία και τους ενημερώνουν.
-Η Λυγαριά μάχεται- καίγεται.
Μια άλλη εκδοχή μας την δίνει ο Νίκος ο Μπουλουκούτας.
Ότι η Λυγαριά μάχονταν ο πρώτος που το κατάλαβε ήταν ο Τάσος Γκιαούρης
από τον Σταυρό. Πήρε το άλογο και ανέβηκε στην ράχη από τον Προφήτη Ηλία. Από
εκεί είδε τις φλόγες από τις θημωνιές και τους ήχους από τα πολυβόλα.
Φεύγει με το άλογο και πήγε και ενημέρωσε τον στρατό.
Εκείνη την εποχή διοικητής στην Λαμία ηταν ο Στρατηγός Παπαδόπουλος με το
παρατσούκλι ο «Παππούς»
Από εκείνη την στιγμή και έπειτα στην μάχη μπήκε και το πυροβολικό από την
Λαμία και άρχισε να ρίχνει από δυο σημεία. Το ένα ήταν το γήπεδο της Λαμίας
και το δεύτερο ήταν ο ΑΪ Λιάς. Μέρες ποιο μπροστά το πυροβολικό είχε επισημάνει
τα σημεία που έπρεπε να στοχεύσει στην Λυγαριά και όταν ξεκίνησε η μάχη και
πήρε την διαταγή να εμπλακεί άρχισε να ρίχνει συνέχεια. Ο βομβαρδισμός θα
πρέπει να ξεκίνησε γύρω στις τρεις το πρωί. Μόλις το πυροβολικό άρχισε να
ρίχνει περιμετρικά της Λυγαριάς σε όλο το πεδίο της μάχης κυριαρχούσε η λέξη
«Κοκορέτσι-κοκορέτσι» που ήταν ο κωδικός της οπισθοχώρησης. Οι αντάρτες άρχισαν να
φορτώνουν τους νεκρούς και τους τραυματίες στα άλογα και στα μουλάρια και
ξεκίνησαν να εγκαταλείπουν το πεδίο της μάχης. Ο λόχος του στρατού που ήρθε από τον κάμπο νότια της
Λυγαριάς δεν ενεπλάκη στην μάχη. Πήραν την διαταγή να φύγουν από το
στρατόπεδο το βράδυ μετά τις τρεις αλλά να μείνουν στον κάμπο προς αποφυγή
οποιασδήποτε παγίδας. Επικεφαλής του λόχου που ήρθε στην Λυγαριά
ήταν ο λοχαγός Μουτούλης. Όλη την δουλειά από εκεί και έπειτα την έκανε το
πυροβολικό που έριχνε μέχρι το πρωί. Την άλλη ημέρα το πρωί ο στρατός μπήκε στο
χωριό και έφτασε μέχρι την πυγή Κουσλίκι. Παραπάνω δεν προχώρησε.
Η
επόμενη ημέρα.
Όταν η επόμενη ημέρα ξημέρωσε μέσα και έξω από τα όρια του χωριού υπήρχαν πολλά
πτώματα και τραυματίες από αριστερούς αντάρτες, είτε από την μάχη που
προηγήθηκε κατά την διάρκεια της νύχτας, είτε από τον καταιγισμό οβίδων του
πυροβολικού που πέφτανε από την Λαμία.
Κάποιος είπε στον Λάμπρο τον Κοτσανή να πάει να μαζέψει το πτώμα του αδελφού
του. Ο Λάμπρος απάντησε ότι δεν τον ενδιαφέρει ο σορός του αδελφού του με την
φράση: Αν είχε κάτι με το χωριό να λύσει το πρόβλημα στο χωριό, όχι
να φέρει τους αντάρτες.
Τελικά το πτώμα του Μήτρου του Κοτσανή το ανέλαβε η μητέρα του και οι
αδερφές του ίσως και ο μικρός αδερφός του ο Κώστας άγνωστο με ποιον τρόπο, άγνωστο πως το φρόντισαν, άγνωστο αν το έθαψαν και που.
Τις πρώτες ώρες της ημέρας ακολούθησαν βιαιοπραγίες εις βάρος των
τραυματισμένων ανταρτών ακατονόμαστες και αδιανόητες για έναν λογικό άνθρωπο.
Τον αντάρτη που αναφέραμε παραπάνω και είχε φτάσει τραυματισμένος στα
Κοντογιωργαίηκα τα σπίτια, πήγε ένας Λυγαριώτης (Δεν θέλω να
αναφέρω το όνομα του) και τον εκτέλεσε με ένα σαρανταπεντάρη..
Θυμάμαι η Γιαγιά Λεμονιά Γκουζούνη σύζυγος του Κώστα Ι. Παλιαλέξη μου έλεγε
ότι στο σπίτι της απ έξω είχαν πέσει δυο τραυματισμένοι αντάρτες. Οι γιαγιά
τους μου είχε δώσει νερό και τους φρόντιζε.
Κάποια στιγμή άρχετε κάποιος από την ομάδα του Βουρλάκη (Δεν θέλω να
αναφέρω το όνομα του) και λέει στην γιαγιά μου. «Θειά φέρε μωρέ μια κλαδευτήρα
να τους κόψω τα κεφάλια»
Η γιαγιά Λεμονιά τον εκδίωξε κακήν κακώς. Σε λίγο αυτός επέστρεψε με μια
κλαδευτήρια και τους έκοψε τα κεφάλια. Εδώ αναφερόμαστε σε ελαφρά τραυματισμένους αντάρτες που αν πήγαιναν στο νοσοκομείο θα θεραπεύονταν.
Ο επτάχρονος τότε Κωνσταντίνος Η. Παλιαλέξης περιγράφει με τα πιο μελανά
γράμματα τα έκτροπα που ακολούθησαν μετά την μάχη. «Δυο νεαρά άτομα
από το χωριό κόψανε τα κεφάλια των σκοτωμένων ,(εμείς τα μικρά παιδιά τους
ακολουθούσαμε και ψάχναμε να βρούμε σκοτωμένους), τα έβαλαν επάνω σε ένα
στρατιωτικό αυτοκίνητο και τα πήγανε στην Λαμία ,πιθανών για εξακρίβωση.
Το θέαμα ήταν φρικτό, αποτρόπαιο, ανατριχιαστικό, αηδιαστικό, λυπηρό. Θα μείνει
χαραγμένο βαθιά στην μνήμη μου ως η χειρότερη ανάμνηση της ζωής μου.»
Τα κομμένα κεφάλια των ανταρτών σύμφωνα με τον Δάσκαλο Στυλιανό Οικονόμου
στην αρχή τα τοποθέτησαν σε κοινή θέα πάνω από την κοινοτική βρύση στην
πλατεία του χωριού. Στην συνέχεια τα φορτώθηκαν σε ένα στρατιωτικό όχημα
μεταφερθήκαν στην Λαμία και αφού περιφέρθηκαν[5] για παραδειγματισμό
στους δρόμους τις Λαμίας. Έπειτα καρφώθηκαν πάνω σε παλούκια και έμειναν στην
πλατεία Ελευθερίας για τρεις ημέρες. Το τι απέγιναν στην συνέχεια τα κομμένα
κεφάλια είναι άγνωστο. Τα ακέφαλα πτώματα σύμφωνα με μαρτυρίες πολλών
συγχωριανών μας είναι θαμώνα στην νοτιοανατολική πλευρά του νεκροταφείου.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας κάποιοι Λυγαριώτες πήγαν να ζητήσουν τον λόγο
από την Κοτσανίνα για την πράξη του γιού της να φέρει τους αντάρτες. Τότε
πετάχτηκε ο Θανάσης Μπουλουκούτας από την άλλο μαχαλά και φώναξε να μην
πειράξει κανένας τα γυναικόπαιδα.
Ο Βασίλειος Κ. Παλιαλέξης για την επόμενη ήμερα γράφει.
«Το γεγονός της Λυγαριάς έγινε γνωστό στο Πανελλήνιο. Το περιστατικό
δημοσίευσε και αθηναϊκή εφημερίδα. Δεχόμασταν συγχαρητήρια από παντού. Ακόμα κι
από την Αθήνα ήρθαν να δουν πού είναι η Λυγαριά. Αρκετοί κάτοικοι των χωριών
της Όρθρυος, όπως: Δίβρης, Καλαμακίου, Στύρφακας και Μοσχοκαρυάς μετοίκησαν στη
Λυγαριά για μεγαλύτερη ασφάλεια έναντι των ανταρτών».
Έπειτα
από δύο ημέρες το πρακτικό του Δ.Σ. του Δήμου Λαμίας αναφέρει .
Αριθμός
απόφασης[6]
429/15-9-47
Ο Κ. Δήμαρχος εισηγείται στο Δημοτικό συμβούλιο για το θέμα της αυτοθυσίας των
κατοίκων της κοινότητας Λυγαριάς Φθιώτιδος κατά την μάχη που έγινε στις 13-9-47
εναντίων των συμμοριτών που επιτέθηκαν στο χωριό και για την υπερήφανη νίκη των
χωρικών της Λυγαριάς που ακολούθησε , οι οποίοι κατόρθωσαν όχι μόνο να τους
απωθήσουν και κυριολεκτικά να τους αποδεκατίσουν και φέρουν στην πόλη μας πέντε
κεφάλια συμμοριτών γιαυτο προτείνει να απονεμηθεί σε αυτούς έπαινος και καλεί
το σώμα να αποφασίσει σχετικά.
Το δημοτικό συμβούλιο αφού άκουσε τα λεγόμενα του Δημάρχου, κρίνοντας ότι η
πράξη των κατοίκων του παραπάνω χωριού πρέπει να γίνει παράδειγμα στους
κατοίκου των υπολοίπων χωριών αποφασίζει ομόφωνα : εκφράζει τα συγχαρητήρια του
για την ανδρεία και το πνεύμα αυτοθυσία που επέδειξαν στην μάχη του χωριού
Λυγαριάς κατά των επιτιθεμένων συμμοριτών.
Εκφράζει την ευχή όπως το αρμόδιο υπουργείο δια ημερησίας Διαταγής του
απονείμει βράβευση για την ανδρεία των χωρικών της κοινότητας Λυγαριάς.
Ανατίθενται τα περεταίρω στον Κύριο Δήμαρχο.
Εγκρίνετε δια της υπ αριθμόν
26/11/1947 Δ/γης Νομαρχίας.
Λογικά
συμπεράσματα από το αποτέλεσμα της μάχης της Λυγαριάς
Ανακεφαλαιώνοντας θα πρέπει να αναφέρουμε ότι στην μάχη της
Λυγαριάς ο Δ.Σ.Ε. έπαθε πραγματική πανωλεθρία. Οι νεκροί και οι
τραυματίες ήταν δεκάδες. Από την πλευρά των υπερασπιστών της Λυγαριάς δεν
υπήρξε ούτε μια γρατσουνιά. Αλλά καλό θα ήταν να δούμε ποια ήταν τα αίτια
για την συντριβή του Δ.Σ.Ε στην μάχη της Λυγαριάς.
Η
άμυνα της Λυγαριάς ήταν εφοδιασμένη με βαρύ οπλισμό, χειροβομβίδες και πολλά
άλλα πυρομαχικά από τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω.
Εκείνη
την βραδιά στο χωριό βρέθηκαν πολλοί ετεροδημότες φιλοξενούμενοι οι οποίοι
ήταν εμπειροπόλεμοι από τον πόλεμο της Αλβανίας και πήραν μέρος στην
μάχη. Όπως οι :Αντρέας Κανατάς από το Κωσταλέξη, ο Παναγιωτόπουλος από την
Καρυά και ο γιός του Χαράλαμπος Παναγιωτόπουλος, ο Χρήστος Γώγουλος από την
Καρυά, ο Δημήτριος Κατόπης από την Καρυά, ο Κώστας Οικονόμου από την Ξενιάδα, ο Δημήτριος Καπνιάς από την Στύρφακα, ο Αποστόλης Πλατής από το Καλαμάκι. Ίσως να υπήρχαν και άλλοι αλλά στις αφηγήσεις που έχω οι αφηγητές αναφέρονται μόνο στα
παραπάνω ονόματα.
Ο
Αθανάσιος Μπουλουκούτας γνώριζε ότι Δ.Σ.Ε. έρχονταν για αυτόν
και όχι για το χωριό αλλά κατάφερε να συσπειρώσει όλους τους άντρες του
χωριού κάτω από τις διαταγές του εναντίων των ανταρτών με την πρόφαση ότι
όλοι πρέπει να υπερασπιστούν το χωριό διότι αν μπουν οι αντάρτες στο χωριό θα
μας σφάξουν άλλους. Εμάς και τις οικογένειες μας.
Κατά την εκτίμηση μου θα πρέπει να υπάρχουν πολλές ανακρίβειες
σε ότι έχει να κάνει με την δύναμη του Δ.Σ.Ε. Κάποιοι μιλούν για
εξακοσίους με οκτακοσίους άντρες μόνο η ομάδα του Γαζή και άλλους τόσους
το τάγμα του Παλαιολόγου από την Ευρυτανία.
Όσο μπαίνουμε στην μάχη βλέπουμε ότι οι αφηγήσεις των συγχωριανών μας παύουν να
αναφέρονται στο τάγμα του Παλαιολόγου από την Ευρυτανία που σύμφωνα με τα
λεγόμενα είχε κατασκηνώσει στην Πλατάνα και αναφέρονται μόνο στο τάγμα
του Γαζή από την Θεσσαλία που έκανε την επίθεση από την Στρογγυλόλακα.
Ο Κ. Παλαιολόγου δεν ήταν στην Ευρυτανία αλλά μαζί με τον Μπελή δημιούργησαν τα
πρώτα συγκροτήματα του Δ.Σ.Ε. στην περιοχή και μαζί διοικούσαν την Δυτική
Φθιώτιδα.. Αν το τάγμα του Παλαιολόγου ήταν στην περιοχή, θα έκανε επίθεση στην
Λυγαριά από την Δυτική πλευρά στον πέρα μαχαλά (βλάχικα). Κάτι που δεν
έγινε ποτέ. Επομένως το τάγμα του Παλαιολόγου δεν υπήρξε ποτέ και ή ήταν
προϊόν φαντασίας κάποιων ή ήταν σχέδιο εντυπωσιασμού κάποιων για να
δώσουν μεγαλύτερη έκταση στον θρίαμβο της ομάδας Μπουλουκούτα εναντίων του
Δ.Σ.Ε. Αμέσως, αμέσως από τα δυο τάγματα πέφτουμε στο ένα. Και πάλι
οκτακόσιοι εμπειροπόλεμοι και καλά οπλισμένοι άντρες ήταν πάρα
πολλοί για να μην μπορούν να τα βγάλουν πέρα με ένα χωριό που το υπερασπίζονταν
εξήντα υπερασπιστές όσο εμπειροπόλεμοι και αν ήταν. Λογικά με τόσους πολλούς
άντρες θα πρέπει να είχαν ζώσει το χωριό απ όλες τις πλευρές. Αντίθετα οι
επιθέσεις έγιναν από τον βορά, την Δύση, και τον Νότο του ανατολικού
μαχαλά και αυτές με ομάδες των πέντε η δέκα ατόμων. Από την ανατολική πλευρά
του χωριού που ουσιαστικά η άμυνα του χωριού ήταν πιο ευάλωτη δεν έπεσε ούτε
μια σφαίρα. Εδώ εκτιμώ ότι ίσως υπήρχε πρόβλημα στην επιχειρησιακή
οργάνωση του Δ.Σ.Ε. η οποία ή δεν ηταν καλά ενημερωμένη από τον Μήτρο τον
Κοτσανή η υποτίμησε την άμυνα του χωριού.
Πιστεύω ότι ο Μήτρος ο Κοτσανής για να πείσει τον Δ.Σ.Ε για να επιτεθεί στην
Λυγαριά ή δεν τους ενημέρωσε σωστά, τόσο για τα φυλάκια όσο για
τους άντρες και για τον οπλισμό του χωριού. Για αυτόν τον λόγο εκτιμώ ότι οι
πληροφορίες για τόσους πολλούς αντάρτες έχουν να κάνουν με μυθεύματα. Κάποιοι
προσπαθώντας να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην νίκη του χωριού πολλαπλασίασαν
τους αντίπαλους τους. Κατά την εκτίμηση μου το σώμα του Δ.Σ.Ε. που
επιτέθηκε στην Λυγαριά θα πρέπει να ήταν εκατό με εκατόν είκοσι άτομα άντε το
πολύ εκατόν πενήντα.
Μεγάλο μύθευμα επίσης είναι κι η παρουσία του Καπετάν Γαζή- Περικλής Οικονόμου
από το Λιοντάρι Καρδίτσας (http://kokkinosfakelos.blogspot.com/2012/05/blog-post.html)
σαν επικεφαλής των αντρών του Δ.Σ.Ε. κατά την μάχη της Λυγαριάς. Ο Επίλαρχος
Γαζής ήταν δημιουργός και επικεφαλής της Ταξιαρχίας Ιππικού του Δ.Σ.Ε. με
έδρα την Καρδίτσα.
Για να επιστρέψαμε στην μάχη κανένας από τους αφηγητές δεν ανάφερε την ύπαρξη
Ιππικού στην μάχη της Λυγαριάς. Για την ύπαρξη του Καπετάν Γαζή σαν επικεφαλής
των ανταρτών με σιγουριά την αναφέρει μόνο ο Γιατρός Κωνσταντίνος Η.
Παλιαλέξης. Θυμάμαι πριν είκοσι χρόνια όταν είχα ξεκινήσει να ψάχνω για
την μάχη ο θείος μου Αριστείδης Δρούγας μου είχε πει ότι μάχη είχε ξεκινήσει
και τελειώσει πριν προλάβει να έρθει ο Καπετάν Γαζής με οκτακόσιους Ιππείς.
Επομένως ούτε ο Καπετάν Γαζής συμμετείχε στην μάχη της Λυγαριάς. Βλέπουμε επίσης ότι υπάρχει μία σύγχυση στο ποιος ήταν αρχηγός των ανταρτών κατά την
διάρκεια της μάχης. Υπάρχουν πληροφορίες που λένε ότι αρχηγός των ανταρτών
εκείνο το βράδυ ήταν μια γυναίκα η οποία παρακολουθούσε την μάχη από την
Καμζόραχη. Οι αλήθεια είναι ότι οι εντολές με τις ντουντούκες δίνονταν από
γυναίκες που είχαν εγκατασταθεί στην Καμζόραχη. Εδώ πρέπει να τονίσουμε
ιδιαίτερα ότι τον επικεφαλής της ομάδας των ανταρτών εκείνο το βράδυ στην ουσία δεν τον
γνώριζε κανένας, ούτε σήμερα μάθαμε ποιος ήταν. Βλέπουμε ότι κάποιοι πολύ
έντεχνα «έβαλαν» στην μάχη δυο από τους ικανότερους αξιωματικούς του Δ.Σ.Ε
για λόγους εντυπωσιασμού.
Επομένως η νίκη της Λυγαριάς εκείνη την βραδιά δεν ήταν και τόσο εντυπωσιακή
όσο την παρουσίασαν κάποιοι την επόμενη ημέρα. Στην μάχη πήραν μέρος δυο
ισοδύναμες πάνω κάτω ομάδες. Οι μεν επιτιθέμενοι η δε
αμυνόμενοι σε σπίτια και χαρακώματα που πολεμούσαν για τέσσερες ώρες χωρίς
αποτέλεσμα ώσπου την λύση την έδωσε το Πυροβολικό που άρχισε να ρίχνει από την
Λαμία . Αν δεν επενέβαινε το πυροβολικό η μάχη ίσως να συνεχίζονταν μέχρι το
πρωί η μπορεί ακόμη να είχαν μπει οι αντάρτες στο χωριό.
Φίλες
και φίλοι με τα παραπάνω αναφερθέντα στοιχεία προσπαθώ να φέρω στο
φως ένα ιστορικό γεγονός που έλαβε χώρα στο χωριό μας που κινδύνευε να
εξαφανιστεί η να παραποιηθεί ανάλογα με τα συμφέροντα του καθενός. Στόχος μου
δεν είναι να επαναφέρω τον διχασμό και το μίσος αλλά τις γνώσεις, την σύνεση
και την ομόνοια .
Ο
εμφύλιος πόλεμος σίγουρα είναι η μεγαλύτερη κατάρα για οποιοδήποτε κράτος. Δεν
υπάρχει χώρα του κόσμου που να έχει υποστεί την παραπάνω λαίλαπα και να
μην έχει έρθει στο χείλος της καταστροφής. Μια λαίλαπα στην οποία δεν υπάρχουν
νικητές αλλά μόνο νικημένοι.
Εμείς οι νεότεροι Έλληνες έχουμε την τύχη να μεγαλώσουμε σε χρόνια ειρήνης και
ευημερίας, αλλά οι πατεράδες μας είχαν την ατυχία να γνωρίσουν κατοχή, σφαγές,
πείνα, να χάσουν δικούς τους ανθρώπους, μανάδες, πατεράδες, αδέρφια και παιδιά
.
Μια από αυτές τις μάχες που δυστυχώς διαδραματίστηκε στο χωριό μας, την έζησαν
οι πατεράδες μας και οι παππούδες, οι μανάδες μας και οι γιαγιάδες μας. Μέσα
σε ένα βράδυ γνώρισαν τον φόβο, και την φρίκη του πόλεμου με την ίδια τους την
ψυχή.
Στο πώς εξελίχτηκαν τα πράγματα για να φτάσει το χωριό μας και να αναμιχτεί
στις φλόγες του εμφυλίου πολέμου εμείς οι νεότεροι Λυγαριώτες ουσιαστικά δεν το
γνωρίζουμε αλλά όμως έχουμε υποχρέωση να μάθουμε και να μας γίνει φωτεινό
παράδειγμα αποφυγής για το μέλλον.
Τα παρακάτω αναγραφόμενα σχόλια είναι αφηγήσεις διαφόρων συγχωριανών μας
οι οποίοι έζησαν την νύχτα της φρίκης και δυο επιστολές που μου έστειλαν
τα δύο πρώτα ξαδέλφια ο Βασίλειος Κ. Παλιαλέξης και ο Κωνσταντίνος Η.
Παλιαλέξης.
Απ’ ότι ξέρουμε οι αριστεροί αντάρτες την συγκεκριμένη βραδιά ήρθαν στο
χωριό για να συλλάβουν τον Θανάση Μπουλουκούτα που ήταν υπαρχηγός στα ένοπλα
δεξιά τμήματα της περιοχής που για αρχηγό τους είχαν τον εγκληματία Κωνσταντίνο
Βουρλάκη .
Σύμφωνα με της μαρτυρίες διαφόρων συγχωριανών μας από την πλευρά των ανταρτών
υπήρχε ένα καλομελετημένο σχέδιο για την κατάληψη του χωριού το οποίο λόγο
κάποιων συγκύριων το βράδυ της επίθεσης ναυάγησε. Η εμπροσθοφυλακή που
έγινε αντιληπτή και αναγκάστηκε να επιτεθεί στο χωριό χωρίς το πλεονέκτημα του
αιφνιδιασμού.
Για την μάχη που ακολούθησε έχω στην κατοχή μου τέσσαρες κασέτες και δεκάδες
αφηγήσεις συγχωριανών μας που κάποιοι από αυτούς έλαβαν μέρος στην μάχη
και άλλοι την έζησαν από κοντά.
Από τις αφηγήσεις άκουσα για νέα παιδιά 21 και 22 ετών οι οποίοι αναγκάστηκαν
να γίνουν άντρες σε ένα βράδυ για να υπερασπίσουν τις οικογένεια τους και τις
περιουσίες τους (γιατί έτσι τους είπαν και τους έπεισαν κάποιοι), για
άλλους οι οποίοι πολέμησαν παλικαρίσια για τον ίδιο σκοπό, γέροντες με δίκαννα
που πολεμούσαν απ τα παράθυρα, επίσης για άλλους που έπρεπε να πολεμήσουν στην
πρώτη γραμμή αλλά με την πρώτη τουφεκιά βρέθηκαν κρυμμένοι στις Πέντε Αγκορτσές. Άκουσα επίσης για συγχωριανούς μας που το βράδυ της μάχης αγωνίσθηκαν
παλικαρίσια απέναντι σε πολύ περισσότερους αντιπάλους και την άλλη μέρα
αγνοώντας τους κανόνες του πολέμου και των πανανθρώπινων αξιών αποδόθηκαν σε
απάνθρωπες βιαιοπραγίες κατά των τραυματισμένων αντιπάλων τους.
Σήμερα έπειτα από 76 χρόνια, που έχουν περάσει πλέων το μίσος και οι πολιτικές
διαφορές, πιστεύω ότι κάποιος πρέπει να αναλάβει να κάνει ένα τρισάγιο στο
μέρος που είναι θαμμένα τα ακέφαλα πτώματα των ανταρτών. Πρέπει να σκεφτούμε
ότι και αυτοί οι άνθρωποι ακολουθώντας τις ιδέες τους άφησαν πίσω τους οικογένειες
,αδέρφια , γυναίκες, μάνες, πατεράδες και παιδιά.
Ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που μπλέχτηκε το χωριό μας στην λαίλαπα του
πολέμου αναφέρεται στην αφήγηση του προλαλήσαντα συγχωριανού μας Ιατρού
Κωνσταντίνου Η Παλιαλέξη .
Και όπως έλεγαν οι παλαιότεροι:
«Τέτοιες μέρες να μην ξανάρθουν ποτέ.»
Μετά
την ολοκλήρωση της παραπάνω έρευνας θα ήθελα να ευχαριστήσω τους :
Τον Ιατρό ακτινολόγο Κωνσταντίνο Η. Παλιαλέξη για την ανταπόκριση του να
μου στείλει την επιστολή με θέμα «Η μάχη της Λυγαριάς».
Τον Βασίλειο Κ. Παλιαλέξη για την ανταπόκριση του να μου στείλει την επιστολή
με το ίδιο θέμα.
Σε αυτούς που «έφυγαν» από κοντά μας.
Τον πολυγνώστη Γεώργιο Σάκκο.
Τον Αριστείδη Δρούγα
Τον Ιωάννη Π. Κοντογιώργο.
Γεώργιο Ε.
Καραγιώργο.
Γεώργιο
Π. Καραγιώργο.
Ιωάννη Δ. Κουκούλη.
Κωνσταντίνο Δρούγα.
Νικόλαο Λιάκο.
Νικόλαο Μπουλουκούτα.
Νικόλαο Παλιαλέξη.
Νικόλαο Χονδρογιάννη.
Στυλιανό Οικονόμου.
Χρίστο Σαμαντά.
Υ/Γ.
Επίσης επειδή οι πληροφορίες για την μάχη της Λυγαριάς προέρχονται μόνο από τους μαχητές της Λυγαριάς και όχι από τους μαχητές της ομάδος του Δ.Σ.Ε. η έρευνα θεωρείται μη ολοκληρωμένη.
Όσοι έχουν περισσότερες πληροφορίες είτε από την πλευρά των μαχητών
της Λυγαριάς είτε από την πλευρά των μαχητών του Δ.Σ.Ε ας επικοινωνήσουν μαζί
μου.
Σας
ευχαριστώ
Καλλιώρας
Γεώργιος
Απόστρατος Αξιωματικός Π.Ν
Ερευνητής- Συγγραφέας
[1] Αντρέας Βας. Καραγιώργος ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ ΟΤΙ ΕΖΗΣΑ ΚΑΙ
ΟΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ. Σελίδα 84
[2] Αντρέας Βας. Καραγιώργος ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ ΟΤΙ ΕΖΗΣΑ ΚΑΙ
ΟΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ.
[3] Ανδρέας Β. Καραγιώργος . ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ ΟΤΙ ΕΖΗΣΑ ΚΑΙ
ΟΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ. Σελίδα 78
[4] Ο Παναγής Καραγιώργος σε όλη την μετέπειτα ζωή του
έφερε βαρέως το ότι σκοτώσει έναν Έλληνα έναν ομοεθνή του και όχι έναν Γερμανό
η Ιταλό εχθρό του στον πόλεμο. Ηταν το σαράκι που τον έτρωγε μέχρι να πεθάνει. Ανδρέας
Β. Καραγιώργος . ΑΝΑΠΟΛΗΣΕΙΣ ΟΤΙ ΕΖΗΣΑ ΚΑΙ ΟΤΙ ΘΥΜΑΜΑΙ. Σελίδα 90.
[5] Νίκος Ταξ. Δαβανέλος ΛΑΜΙΑ Πορεία στον
χρόνο και στον χώρο. Σελίδα 211
[6] Νίκος Ταξ. Δαβανέλος ΛΑΜΙΑ Πορεία στον
χρόνο και στον χώρο. Σελίδα. 270

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου