Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Στην Σαντορίνη τα κοκόρια λαλάνε ακόμη.


Πριν από δεκαπέντε ημέρες περίπου έρχεται η Κωνσταντίνα και μου λέει!!!!
Μπαμπά φεύγουμε!!!
Δηλαδή; Τι εννοείς;
Πάμε στην Σαντορίνη!!!
Ποια τράπεζα θέλεις να κλέψω;
Μπαμπά έπιασα δουλειά!!
Που παιδί μου ;
Στην Σαντορίνη!!!
Όπα αλλάζει το θέμα.
Αφού μου εξήγησε περί τίνος πρόκειται, ότι είναι πάνω στο αντικείμενο της (παιδαγωγικά), έβγαλε εισιτήρια, ετοιμάσαμε βαλίτσες και όλα τα σχετικά.
Στην Σαντορίνη δεν είχα πάει ποτέ. Πώς να πάω άλλωστε; Απ ‘έξω είχα περάσει αρκετές φορές.
Όταν αντίκρισα για πρώτη φορά το νησί με τα ολόλευκα σπίτια στο χείλος του γκρεμού ένοιωσα περίεργα. Έχω πάει σχεδόν στα περισσότερα νησιά της Ελλάδος. Όλα τα νησιά εχουν κάτι διαφορετικό, κατι το ιδιετερο, να σου δώσουν. Στην Σαντορίνη αυτό που ένοιωσα αμέσως όταν την αντίκρισα ηταν ένα συναισθηματικό τράβηγμα, λες και το πανάρχαιο ηφαίστειο μου τραβούσε την ψυχή μου, με καλούσε, μου έλεγε έλα εδώ, είναι ο τόπος σου, εδώ είναι η ψυχή σου. Ναι το χαρακτηριστικό του νησιού είναι ότι έλκει , καλεί, τραβάει την ψυχή σου.
Ανεβαίνοντας στον δρόμο από το λιμάνι για το "Εμπόριο" που θα μέναμε παρατηρώντας τα τοιχώματα αναρωτιόμουν τι μπορεί να έχει αφήσει πίσω της η μεγάλη έκρηξη. Ο τόπος προσφέρετε για ιδικούς επιστήμονες, ηφαιστειολόγους , παλαιοντολόγους , ανθρωπολόγους, αρχαιολόγους και δεκάδες ακόμη επιστημονικές ιδικότητες που προσωπικά μου είναι άγνωστες.
Το πρώτο χάραμα το νησί φύλαγε για μένα μια τεράστια έκπληξη. Θα ηταν έξι το πρωί και μέσα στην απόλυτη ησυχία και την γαλήνη, ήρθε στο αυτί μου ένας ρυθμικός, μεταλλικός ήχος που προέρχονταν από την σύγκρουση δυο μετάλλων. Το υποσυνείδητο μου μπήκε εγρήγορση, άρχισε σαν τρελό να ψαχνει στο παρελθον, για να βρει ποιος ηταν αυτός ο γνωστός αλλα ξεχασμενος ήχος και από πού έρχεται.. Όσο ο ήχος συνεχίζονταν, το υποσυνείδητο μου μάταια προσπαθούσε να με ενημερώσει τι ακριβώς συμβαίνει η τι συμβόλιζε ο συγκεκριμένος ήχος. Πετάχτηκα από το κρεβάτι και άνοιξα το παράθυρο. Τότε είδα ένα ντόπιο που χτυπούσε με ένα σφυρί τα μεταλλικά πασαλάκια για να μπορέσει να δέσει τις κατσίκες του. Το μυαλό μου γύρισε δεκαετίες πίσω, τότε που στην δικιά μας κοινωνία κάθε απόγευμα με τον ίδιο τρόπο δέναμε στον κάμπο, τα άλογα και τα γαϊδουριά που είχε η κάθε οικογένεια για να μπορέσει να επιβιώσει. Μια συνήθεια που για μας εκείνη την εποχή ηταν τρόπος ζωής και έχει χαθεί για πάντα. Μια συνήθειας χιλιετηρίδων που βοήθησε το ανθρώπινο γένος όχι μόνο να επιβιώσει αλλα και να κυριαρχήσει πάνω στον πλανήτη. Ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι σε ένα νησί σαν την Σαντορίνη που είναι από τα πιο γνωστά τουριστικά θέρετρα στον κόσμο, θα υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που ασχολούνται και ζουν με τον παραδοσιακό τρόπο ζωής.
Την άλλη ημέρα και αφού η Κωνσταντίνα έφυγε για την δουλειά σε ένα καφέ δίπλα από το σπίτι που έμενε η Κωνσταντίνα συνάντησα τον πιο "χύμα" επιχειρηματία του νησιού. Τον Λάμπρο Theoni's Finest. Από αυτόν νοίκιασα ένα μηχανάκι και τις επόμενες ημέρες μαζί γυρίσαμε όλο το νησί.
Το Σάββατο το βράδυ η Κωσταντίνα με ενημέρωσε ότι την Κυριακή το μεσημέρι οι εργοδότες της μας εχουν τραπέζι στο σπίτι τους. Εκεί συνάντησα την απλότητα μαζί με την αρχοντιά, την παιδεία και την πατροπαράδοτη νησιώτικη φιλοξενία. Άνθρωποι απλοί, ευγενικοί και καλοσυνάτοι που δεν τους έχει αγγίξει η κακή πλευρά του τουρισμού και της ξενομανίας. Ανάμεσα τυριού, κεφιού και παραδοσιακού κρασιού, κατάλαβα με τον καλύτερο τρόπο ότι το Παιδί μου έπεσε σε πολύ καλά χέρια.
Τις επόμενες ημέρες της σαν λαογράφος έψαξα να βρω κάποιο καφενείο για να ξεκινήσω την μελέτη της τοπικής κουλτούρας.
Μπαίνω στο πρώτο καφενείο.
Καλημέρα!!!
Καλημέρα!!!
Τσίπουρο έχετε;
Τι τσίπουρο θέλεις;
Λαμιώτικο!!! Απάντησα χαμογελώντας.
Για τι το ντόπιο δεν σου κάνει; Μου απάντησε. Τσίπουρο από την Σαντορίνη μου φάνηκε κάπως !! Τέλος πάντων για να το δοκιμάσουμε.
Για να δούμε!!! Του απάντησα.
Κάθισα σε μια καρέκλα και μου έφερε ένα καραφάκι τσίπουρο ένα μπουκάλι νερό και ξυρούς καρπούς!!!
Άλλο μεζέ δεν έχεις; Τον ρωτώ.
Γιατί δεν σου αρέσει; Μου απαντάει.
Στραγάλια έχω και στο χωριό μου του λέω. Με το μυαλό μου φανταζόμουν γόπες, χταπόδια, καλαμαράκια κλπ.
Δεν έδωσα συνέχεια και στράφηκα στις συζητήσεις ανάμεσα στους ντόπιους και δεν το μετάνιωσα καθόλου. Αυτοί οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι μιλουσαν για τα περιβόλια τους, για τα ψάρεμα τους και για όλες τις απλές καθημερινές τους ασχολίες. Εκεί σε αυτό το απλό καφενείο άκουσα για μένα άγνωστες λέξεις και ντοπιολαλιές που αναφέρονταν στα ψάρια, στο ψάρεμα τους, στα φυτά τους και στον τρόπο ζωής τους γενικότερα. Ήπια άλλο ένα καραφάκι μόνο και μόνο για να μην χάσω της συζήτηση. Κάποια στιγμή έφυγα εντυπωσιασμένος από το απλό καφενεδάκι που περισσότερο θύμιζε καφενείο μιας φτωχογειτονιάς, παρά καφενείο ενός κοσμοπολίτικου νησιού.
Ιδιαίτερη εντύπωση επίσης μου έκαναν τα απέραντα αμπέλια σε όλη την έκταση του νησιού αλλα και τα κηπευτικά στα σουπερ μάρκετ. Στις διάφορες κάβες που επισκέφτηκα γνώρισα και γεύτηκα απίθανα ντόπια κρασιά και φυσικό θα ηταν μιας και τα τρία τέταρτα του νησιού είναι γεμάτα αμπέλια. Τα κηπευτικά στα σουπερ μάρκετ θα πρέπει να ηταν ντόπια γιατί ηταν ολόφρεσκα.. Όταν έπιανες την ντομάτα στο χέρι σου , το χέρι σου για ώρα μύριζε φρέσκια ντομάτα, όταν έπιανες το αγγούρι το χέρι σου επίσης μύριζε φρέσκο αγγούρι.
Κάποιο πρωινό στον "Περίβολο" (νομίζω) δίπλα στην θάλασσα αντίκρισα μια εικόνα που θα μου μείνει για πάντα στην μνήμη μου. Είδα δυο νέα παιδιά ένα αγόρι και ένα κορίτσι καβάλα σε δυο δυνατά άλογα να ιππεύουν ατάραχα δίπλα στα κύματα. Η ηρεμία στα πρόσωπα τους , το αργό βήμα των αλόγων και ελαφρός παφλασμός της θάλασσας, έδιναν μια πολύ σπάνια για την εποχή μας ειδυλλιακή εικόνα. Εδώ πρέπει να εξηγήσω γιατί με εντυπωσίασε αυτή η εικόνα. Στα μέρη τα δικά μας τα άλογα, τα γαϊδούρια και τα μουλάρια εχουν εξαφανιστεί εδώ και πολλές δεκαετίες. Στην κοσμοπολίτικη Σαντορίνη κατέχουν ακόμη κυρίαρχη θέση στην καθημερινότητα των κατοίκων. Πολλές φορές είδα άλογα, γαϊδούρια και μουλάρια να περπατούν στους δρόμους δίπλα από τα αυτοκίνητα χωρίς να ενοχλείται κανένας και ομολογώ ότι μου άρεσε πολύ.
Αυτό που μου έκανε επίσης εντύπωση ηταν η μαύρη πέτρα, στα σπίτια, στα μπαλκόνια στους, τοίχους και στους περιβόλους. Εδώ το νησί με τον τρόπο του σου λέει: κοίτα να δεις, ξέχνα τι έχουν οι άλλοι εδώ πρέπει να δουλέψεις σκληρά και αν το κανείς θα σε ανταμείψω με το παραπάνω. Και πράγματι. Το ηφαίστειο λες και έβγαζε στην επιφάνεια όλα τα εσώψυχα του πλανήτη, αντάμειψε του κατοίκους του νησιού με τον καλύτερο τρόπο. Κτηριακά αριστουργήματα σε μαύρο χρώμα που δεν υπάρχουν σε κανένα άλλο μέρος της Ελλάδος. Κάθε τοίχος, κάθε μάντρα, βγαλμένη από τα εσώψυχα της γης, κάθε πέτρα πελεκιμενη από τα χέρια δεξιοτεχνών. Αν οι άλλοι πετράδες, σε αλλα νησιά έπρεπε να δουλέψουν σκληρά για να φανεί η δουλειά τους, εδώ στην Σαντορίνη θα έπρεπε να δουλέψουν πολύ σκληρότερα για να καλύψουν τα κενά και τις οπτικές διαφορές.
Μιας και αναφερθήκαμε στους τσιπουρομεζέδες πρέπει να αναφέρω που συνάντησα το καλύτερο τσίπουρο με τον πιο πλούσιο τσιπουρομεζέ του νησιού. Θα πρέπει να ηταν η τρίτη ημέρα και βρισκόμουν έξω από το Μεγαλοχώρι. Κατεβαίνοντας στο δρόμο δίπλα στους Αγίους Αναργύρους(νομίζω) συνάντησα ένα όμορφο μικρό καφενείο. Αφήνω το μηχανάκι στον ίσκιο και έκατσα σε ένα τραπεζάκι. Πλησιάζει μια γλυκύτατη κυρία με ένα λαμπερό χαμόγελο και με ρωτά: Θα πάρετε κάτι;
Τσίπουρο υπάρχει;
Ναι κύριε, φυσικά.
Λαμιώτικο μήπως; Με κοίταξε αμήχανα.
Άκου να δεις το καλύτερο τσίπουρο στην Ελλάδα το βγάζουν δυο περιοχές. Η Φθιώτιδα και η Άρτα. Συνέχιζε να με κοιτάζει αμήχανα. (Μάλλον δεν κατάλαβε με ποιον έμπλεξε)
Αν θέλεις να αυξήσεις την πελατεία σου να παραγγέλνεις τσίπουρο από την Λαμία!!! (Εεε σίγουρα δεν ήξερε με ποιο είχε να κάνει) Μισό να σου δώσω τα τηλέφωνα από κάποιους Λαμιώτες παραγωγούς. Φέρε μου σε παρακαλώ ένα στυλό και ένα χαρτί. Η κυρία αμήχανη μου έφερε ένα στυλό και ένα χαρτί και της έγραψα το τηλέφωνο από έναν παραγωγό από το χωριό μου και από έναν συνάδελφο, ψάχνοντας να βρω το τηλέφωνο του Μποργανού, του τρελοδομοκίτη. Το φελέκι μου δεν το είχα. Δεν πειράζει άλλη φορά.
Μεζέ έχετε;
Μα φυσικά απαντάει η καλοσυνάτη κυρία με το λαμπερό χαμόγελο;
Δεν πιστεύω να μου φέρετε στραγάλια.
Όχι κύριε , μου λέει χαμογελώντας.
Για να δούμε τις λέω.
Σε λίγο η ευγενέστατη κυρία μου φέρνει ένα πιάτο με κεφτέδες, φάβα, τάκους, κασέρι, τυρί μάλλον ντόπιο, λουκάνικο ντόπιο , αγγούρι, ντομάτα, και κλήμα τουρσί, νερό και φυσικά το τσίπουρο.
Έκανα ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Μου άρεσε τόσο πολύ που το βράδυ ξαναπήγα με την Κωνσταντίνα. Για να λεμέ όμως και την αλήθεια κάθε ημέρα ήμουν εκεί. Μόνιμος πελάτης, μαζί με την Κωνσταντίνα, που έγιναν και φίλες !!!
Με τον Λάμπρο οδηγό τις επόμενες ημέρες γυρίσαμε όλο το νησί. Το κακό ηταν ότι όλα τα μουσεία , βιβλιοθήκες ,αρχαιολογικοί χώροι κλπ ηταν κλειστοί λόγο Κορονοϊού.
Κάθε ημέρα ξύπναγα από το μακρινό λάλημα των κοκοριών. Την τελευταία ημέρα το πρωί κατά τις τέσσερες- πέντε άκουσα σχεδόν δίπλα από το σπίτι που μέναμε έναν κόκορα να λαλάει με δύναμη, σαν να ήξερε και ήθελε να με αποχαιρετίσει. Ξύπνησα , χαμογέλασα και άλλαξα πλευρό καθησυχασμένος γιατι στην Σαντορίνη η παράδοση ζει , βασιλεύει, αγρυπνά και δημιουργεί.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η μάχη της Λυγαριάς.

Φίλες και φίλοι η παρακάτω ανάρτηση αναφέρετε μόνο στο βράδυ που έγεινε η μάχη της Λυγαριάς. Οι χαρακτήρες των πρωταγωνιστών ηταν τελείως διαφορετικοί στην καθημερινότητα τους. Κάποιοι από αυτούς αναγκάστηκαν να πολεμήσουν εκείνο το βράδυ γιατί ήξεραν πως αν έπεφταν στα χέρια των ανταρτών θα πλήρωναν για τα εγκλήματα τους.    Στις 13-14 Σεπτεμβρίου του 1947 διεξήχθη στην Λυγαριά Λαμίας μια σφοδρότατη μάχη ανάμεσα στις δυνάμεις του Δ.Σ.Ε και των κατοίκων της Λυγαριάς. Εκείνη την εποχή στην περιοχή δρούσαν πολλές παραστρατιωτικές οργανώσεις. Ο Βασίλειος Κ. Παλιαλέξης στην επιστολή που μου έστειλε γράφει.   Στην περιοχή μας και μάλιστα στη Λυγαριά είχε δημιουργηθεί ένας πυρήνας Δεξιάς ομάδας (μαυροσκούφηδες), που αριθμούσε περί τα 100 άτομα με αρχηγό τον Κώστα Βουρλάκη από τη Μοσχοκαρυά και υπαρχηγό το Θανάση Μπουλουκούτα, κάτοικο Λυγαριάς. Ο στρατός τους εξασφάλιζε και τον ανάλογο εξοπλισμό. Μαζί με τον  Θανάση Μπουλουκούτα στην ομάδα του Βουρλάκη είχαν συνταχτεί ...
Κυκλοφόρησε το βιβλίο μου : Αγανίκη Αινιάνος Μαζαράκη (Το Τρισεύοσμον άνθος της Οίτης) Ω! Μια μόνη επί της γης είχα φιλοδοξίαν να καταπαύω δάκρια , να σβήνω την οδύνη ... να χύνω βάλσαμον γλυκύ εις την απελπισίαν ... να φέρω πάντοτε χαράν ... των πόνων την γαλήνην! Αγανίκη Αινιάνος Μαζαράκη Η Αγανίκη Αινιάνος ηταν η πρώτη ποιήτρια της Φθιώτιδος και με το ποίημά της «Εργασία» σελίδα 63, θα μπορούσε να θεωρηθεί και η πρώτη φεμινίστρια της Ελλάδος. Γεννήθηκε το 1838 στην Υπάτη, στην πόλη των θρύλων, των μύθων, των παραδόσεων. Ήταν κόρη του Γερουσιαστή Φθιώτιδος Γεωργίου Αινιάνος, πρωτεργάτη της Φιλικής Εταιρείας, ήρωα της επανάστασης και λόγιου και της Ελένης Χατζοπούλου, εγγονή από μητέρα, του άρχοντα του Μαυρίλου Χατζή Δημάκη. Από μικρό κορίτσι ακόμη η Αγανίκη δίπλα στο τζάκι άκουγε από τους γονείς της, την γιαγιά της, και την βάγια του σπιτιού, να της μιλούν για θρύλους και μύθους της περιοχής αλλά και της εξιστορούσαν για ηρωικές ιστορίες της οικογένεια της, η όποια είχε ...
  Τα τελευταία χρόνια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στις εφημερίδες και στα περιοδικά έχουμε μάθει να γράφουμε και να διαβάζουμε κυρίως δυσάρεστες καταστάσεις που είτε θέλουμε είτε όχι επηρεάζουν αρνητικά την συνείδηση την δικά μας αλλα ακόμη χειρότερα την συνείδηση των παιδιών μας . Όμως γύρω μας καθημερινά διαδραματίζονται και πράξεις ανθρωπιάς που είναι φωτεινό παράδειγμα για όλους μας. Μια τέτοια πράξη ανθρωπιάς διαδραματίζεται καθημερινά στο καφενείο Καφέ-Ουζερί Η Νιάλα Ο Αντρέας είναι ένας άνθρωπος πομπώδης και χωρατατζής ο οποίος είναι ένας από τους τακτικότερους πελάτες του καφενείου. Ο Αντρέας λοιπόν έ χει έναν φίλο με κινητικά προβλήματα τον Μπάρμπα Γιάννη. Ο Αντρέας κάθε πρωί διαλέγει πάντα ένα τραπέζι που ανάλογα με τον καιρό θα βολεύει τον φίλο του. Κάποια στιγμή η κόρη του Μπάρμπα Γιάννη θα φέρει τον πατέρα της με το αυτοκίνητο, ο Αντρέας θα βγει έξω θα πάρει τον φίλο του από το αυτοκίνητο και θα τον οδηγήσει στο τραπέζι τους. Θα πιουν τον καφέ τους άλλοτε μόνοι τους...