(Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012 11:52 πμ)
Εγώ τόσα της έλεγα και τη παρθένα πήρα.
Τη πλάγιασα σιγά-σιγά στα χόρτα τ' ανθισμένα,
τύλιξα το γυμνό κορμί στη μαλακή μου χλαίνη,
η αγκαλιά μου σφάλισε τριγύρω στο λαιμό της.
Κι έτρεμε απ' το φόβο της σα το μικρό λαφάκι,
που τρέχει και το κυνηγούν οι κυνηγοί στο δάσο.
Και τα βυζάκια απαλά τ' άγγιξα με τα χέρια,
μ' αυτά αμέσως άναψε η τρυφερή της σάρκα
και φλογισμένη πρόβαλε πρωτόγνωρη ή ήβη,
ναι! τ' όμορφο κορμάκι της το γιόμιζα όλο χάδια,
καθώς στις τρίχες τις ξανθές τριβόμουν με λαχτάρα,
χύθηκεν άσπρο με ορμή το σπέρμα σα το γάλα
κι εμπήκα στην απανεμιά μετά την άγρια κάβλα.
Κι η πεθυμιά του έρωτα σφίγγοντας τη καρδιά
σα σύννεφο πελώριο μου τύλιξε τα μάτια
κι έκλεψεν απ' τα στήθια μου τη πιο γλυκιά πνοή.
Χωρίς πνοή ο δυστυχής κείτομαι μες στον πόθο.
Τα κόκαλά μου τρύπησαν οι μύριες συμφορές.
Κρατώντας μυρτοκλώναρο κι ώριον ανθό τριανταφυλλιάς
πολύ-πολυ χαιρότανε. Και τα δικά της τα μαλλιά
σκεπάζανε τους ώμους της και φτάναν ως τη μέση.
Σε τριγυρίζω, σε ζητώ με μάγια και με ξόρκια
τα χέρια απλώνω προς τα μπρος κι όλο σου ζητιανεύω
.............................................................
Ο δαμαστής ο Έρωτας
κι η πορφυρή Αφροδίτη,
μαζί σου παίζουν βασιλιά
κι οι μαυρομάτες Νύμφες.
Σε σένα που συχνά γυρνάς
στις πιο ψηλές βουνοκορφές,
ευλαβικά προσπέφτω.
Τη προσευχή μου εισάκουσε
κι έλα κοντά σε μένα,
για να γενεί ό,τι ζητώ.
Τον Κλεόβουλο, Διόνυσε,
καλά να συμβουλέψεις,
τον έρωτά μου, βασιλιά,
για να δεχτεί τ' αγόρι.Πάλι ο ξανθός ο Έρωτας
τη κόκκινή του μπάλα
μου πετά και με κεντρίζει
με τη νια παιγνίδι ν' αρχινήσω,
που 'χει σαντάλια πλουμιστά.
Μ' αυτή, μια και κρατά
απ' τη τρανή τη Λέσβο
που 'ναι γεμάτη αρχοντικά,
σνομπάρει τ' άσπρα μου μαλλιά
κι αλλού κοιτά και χάσκει ...;
Τη πλάγιασα σιγά-σιγά στα χόρτα τ' ανθισμένα,
τύλιξα το γυμνό κορμί στη μαλακή μου χλαίνη,
η αγκαλιά μου σφάλισε τριγύρω στο λαιμό της.
Κι έτρεμε απ' το φόβο της σα το μικρό λαφάκι,
που τρέχει και το κυνηγούν οι κυνηγοί στο δάσο.
Και τα βυζάκια απαλά τ' άγγιξα με τα χέρια,
μ' αυτά αμέσως άναψε η τρυφερή της σάρκα
και φλογισμένη πρόβαλε πρωτόγνωρη ή ήβη,
ναι! τ' όμορφο κορμάκι της το γιόμιζα όλο χάδια,
καθώς στις τρίχες τις ξανθές τριβόμουν με λαχτάρα,
χύθηκεν άσπρο με ορμή το σπέρμα σα το γάλα
κι εμπήκα στην απανεμιά μετά την άγρια κάβλα.
Κι η πεθυμιά του έρωτα σφίγγοντας τη καρδιά
σα σύννεφο πελώριο μου τύλιξε τα μάτια
κι έκλεψεν απ' τα στήθια μου τη πιο γλυκιά πνοή.
Χωρίς πνοή ο δυστυχής κείτομαι μες στον πόθο.
Τα κόκαλά μου τρύπησαν οι μύριες συμφορές.
Κρατώντας μυρτοκλώναρο κι ώριον ανθό τριανταφυλλιάς
πολύ-πολυ χαιρότανε. Και τα δικά της τα μαλλιά
σκεπάζανε τους ώμους της και φτάναν ως τη μέση.
Σε τριγυρίζω, σε ζητώ με μάγια και με ξόρκια
τα χέρια απλώνω προς τα μπρος κι όλο σου ζητιανεύω
.............................................................
Ο δαμαστής ο Έρωτας
κι η πορφυρή Αφροδίτη,
μαζί σου παίζουν βασιλιά
κι οι μαυρομάτες Νύμφες.
Σε σένα που συχνά γυρνάς
στις πιο ψηλές βουνοκορφές,
ευλαβικά προσπέφτω.
Τη προσευχή μου εισάκουσε
κι έλα κοντά σε μένα,
για να γενεί ό,τι ζητώ.
Τον Κλεόβουλο, Διόνυσε,
καλά να συμβουλέψεις,
τον έρωτά μου, βασιλιά,
για να δεχτεί τ' αγόρι.Πάλι ο ξανθός ο Έρωτας
τη κόκκινή του μπάλα
μου πετά και με κεντρίζει
με τη νια παιγνίδι ν' αρχινήσω,
που 'χει σαντάλια πλουμιστά.
Μ' αυτή, μια και κρατά
απ' τη τρανή τη Λέσβο
που 'ναι γεμάτη αρχοντικά,
σνομπάρει τ' άσπρα μου μαλλιά
κι αλλού κοιτά και χάσκει ...;
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου